Η φθινοπορινή εκείνη νύχτα δεν υποσχόταν πολλά για τους δύο φίλους, οπότε αποφάσισαν να αράξουν,όπως συνήθιζαν να λένε, στο σπίτι του ενός. Το σπίτι φυσικά δεν ήταν τίποτε παραπάνω απο το κλασσικό δώμα που έχουν πολλές μονοκατοικίες στην ταράτσα τους, αρκετά ευρήχωρο πορόλα αυτά, μιάς και απαρτιζόταν απο δύο δωμάτια και κουζίνα μπάνιο. Στο κάτω κάτω τους ήταν υπέρ αρκετό. Αντικομφορμιστές απο ιδεολογία, χεβιμεταλάδες γαρ, σνομπάραν κάθε έννοια πολυτέλειας.
Αυτό που κάναν κέφι εκείνο το βράδυ ήταν κουβεντούλα και μουσικούλα. Και σαν μουσικοί και οι δύο είχαν φέρει μαζί τους τα απαραίτητα, είχαν χαμηλώσει τα φώτα και παίζανε. Περίεργα και πειραματικά πράγματα, ίσως και λίγο απόκοσμα.
Απόκοσμη ήταν και η κουβέντα που πιάσανε στα διαλείματα. Υπερφυσικά και παραφυσικά πράγματα, πράγμα σύνηθες για δυο, ουσιαστικά, παιδιά, λίγο μετά την εφηβεία.
Ήταν τότε που ο ένας, ο ιδιοκτήτης του σπιτιού, ξεκίνησε να λέει μια, αληθινή, ιστορία που είχε συμβεί στον ίδιο. Για εκείνη τη φορά που καθόταν στο γραφείο του και διάβαζε και ξαφνικά ο διακόπτης, στην εντελώς αντίθετη πλευρά του δωματίου, έκανε κλίκ και τα φώτα ανάψανε απο μόνα τους. Περιέγραψε τη σαστιμάρα του αλλά ταυτόχρονα μεγαλοπιάστηκε λέγοντας οτι ατάραχος σηκώθηκε, τα ξαναέσβησε και φώναξε δυνατά "ξανάναψε!". Φυσικά κανένα φώς δεν άναψε δεύτερη φορά και αυτό ήταν που ήθελε να πεί στον κολητό του, να αυτοπαινευτεί οτι είχε επιβληθεί στη ό,ποια παρουσία είχε ανάψει το φώς.
Παρουσία? Χα! Δεν τα πίστευε κάτι τέτοια και ήταν σίγουρος οτι υπήρχε μια λογική εξήγηση για το γεγονός, η διάθεση και η ατμόσφαιρα όμως της στιγμής επέβαλαν και μια δόση υπερβολής.
Είχε φτάσει λοιπόν στο σημείο της διήγησής του όπου έπρεπε να περιγράψει το πως σηκώθηκε και έβαλε στη θέση του τον αναιδή που του είχε ανάψει το φως. Για να το κάνει πιο ρεαλιστικό σηκώθηκε όντως και και αναβόσβησε το φώς για να δείξει οτι ο παλιός διακόπτης ήταν αδύνατο να μείνει μισοσκαλωμένος ανάμεσα στις δύο θέσεις. Άφησε το φώς κλειστό και κατευθύνθηκε πρός τη θέση του φτάνοντας στο τέλος της διήγησής του. Ήταν τη στιγμή που επαναλάμβανε τα λόγια που είχε πεί τότε αλλά έμεινε στο "ξανάν...." όταν ακούστηκε το ίδιο παράξενο κλίκ και τα φώτα ανάψανε.
Τελικά ίσως δεν είχε επιβληθεί όσο έπρεπε...
ΥΓ. Δεν ξέρω γιατί απόψε μου ήρθε στο μυαλό η ιστορία αυτή, η οποία είναι πέρα για πέρα αληθινή. Το βεβαιώνει αυτό ο ένας εκ των δύο πρωταγωνιστών και ιδιοκτήτης του σπιτιού, ο οποίος μαντεύετε ποιός είναι. Ο οποίος φυσικά δεν άλλαξε μυαλά και ακόμα αντιμετωπίζει το παραφυσικό με δυσπιστία αλλά να, μια μικρή ενόχληση την έχει...
Καλό σας βράδυ.
Αυτό που κάναν κέφι εκείνο το βράδυ ήταν κουβεντούλα και μουσικούλα. Και σαν μουσικοί και οι δύο είχαν φέρει μαζί τους τα απαραίτητα, είχαν χαμηλώσει τα φώτα και παίζανε. Περίεργα και πειραματικά πράγματα, ίσως και λίγο απόκοσμα.
Απόκοσμη ήταν και η κουβέντα που πιάσανε στα διαλείματα. Υπερφυσικά και παραφυσικά πράγματα, πράγμα σύνηθες για δυο, ουσιαστικά, παιδιά, λίγο μετά την εφηβεία.
Ήταν τότε που ο ένας, ο ιδιοκτήτης του σπιτιού, ξεκίνησε να λέει μια, αληθινή, ιστορία που είχε συμβεί στον ίδιο. Για εκείνη τη φορά που καθόταν στο γραφείο του και διάβαζε και ξαφνικά ο διακόπτης, στην εντελώς αντίθετη πλευρά του δωματίου, έκανε κλίκ και τα φώτα ανάψανε απο μόνα τους. Περιέγραψε τη σαστιμάρα του αλλά ταυτόχρονα μεγαλοπιάστηκε λέγοντας οτι ατάραχος σηκώθηκε, τα ξαναέσβησε και φώναξε δυνατά "ξανάναψε!". Φυσικά κανένα φώς δεν άναψε δεύτερη φορά και αυτό ήταν που ήθελε να πεί στον κολητό του, να αυτοπαινευτεί οτι είχε επιβληθεί στη ό,ποια παρουσία είχε ανάψει το φώς.
Παρουσία? Χα! Δεν τα πίστευε κάτι τέτοια και ήταν σίγουρος οτι υπήρχε μια λογική εξήγηση για το γεγονός, η διάθεση και η ατμόσφαιρα όμως της στιγμής επέβαλαν και μια δόση υπερβολής.
Είχε φτάσει λοιπόν στο σημείο της διήγησής του όπου έπρεπε να περιγράψει το πως σηκώθηκε και έβαλε στη θέση του τον αναιδή που του είχε ανάψει το φως. Για να το κάνει πιο ρεαλιστικό σηκώθηκε όντως και και αναβόσβησε το φώς για να δείξει οτι ο παλιός διακόπτης ήταν αδύνατο να μείνει μισοσκαλωμένος ανάμεσα στις δύο θέσεις. Άφησε το φώς κλειστό και κατευθύνθηκε πρός τη θέση του φτάνοντας στο τέλος της διήγησής του. Ήταν τη στιγμή που επαναλάμβανε τα λόγια που είχε πεί τότε αλλά έμεινε στο "ξανάν...." όταν ακούστηκε το ίδιο παράξενο κλίκ και τα φώτα ανάψανε.
Τελικά ίσως δεν είχε επιβληθεί όσο έπρεπε...
ΥΓ. Δεν ξέρω γιατί απόψε μου ήρθε στο μυαλό η ιστορία αυτή, η οποία είναι πέρα για πέρα αληθινή. Το βεβαιώνει αυτό ο ένας εκ των δύο πρωταγωνιστών και ιδιοκτήτης του σπιτιού, ο οποίος μαντεύετε ποιός είναι. Ο οποίος φυσικά δεν άλλαξε μυαλά και ακόμα αντιμετωπίζει το παραφυσικό με δυσπιστία αλλά να, μια μικρή ενόχληση την έχει...
Καλό σας βράδυ.






1 Comments:
κλικ
Post a Comment
<< Home