"Μήπως κάποιος κύριος πηγαίνει πρός τα λεωφορεία?"Αυτό ρώταγε στην πλατεία της Γλυφάδας ο καλοντυμένος άντρας. Τον ήξερα, θέλω να πώ τον είχα ξαναδεί. Ήξερα οτι ήταν τυφλός. Κατέβαινα αρκετά συχνά τότε στην πλατεία, μαθητής λυκείου ακόμα, και τον είχα πετύχει πολλές φορές να κάνει την βόλτα του με το άσπρο μπαστουνάκι και τα μαύρα γυαλιά του, χωρίς φυσικά να του μιλήσω ποτέ.
Τον ρώτησα αν χρειάζεται βοήθεια, παρόλο που δεν πήγαινα πρός την αφετηρία. Ούτε κύριος ήμουν, δεν είδα όμως και κανέναν άλλο που να πληρεί τις προδιαγραφές αυτές, οπότε τον άφησα να με αγγαζάρει και άρχισα να τον οδηγώ στον προορισμό του.
Μου είπε πόσο θα δυσκολευόταν να φτάσει μόνος του. "Τώρα όμως, χάρη στην αγάπη σας, θα προλάβω το τελευταίο λεωφορείο για το σπίτι μου".
Σιγά το πράμα. Δεν έκανα και τίποτα σπουδαίο. Περάσαν χρόνια για να καταλάβω οτι στην ουσία αυτός είχε κάνει κάτι για μένα.
Με έμαθε πόσο περίεργο είναι κάποιος, με πολλά καντάρια θέληση, και δύναμη να μην το βάζει κάτω, να έχει την ανάγκη ενός μικροσκοπικού τσουτσεκίου. Με δίδαξε πόσο κάποια πράγματα δεν είναι αυτονόητα για όλους αλλά και το ότι το τίποτα κάποιου μπορεί πραγματικά να κάνει χαρούμενο κάποιον άλλο. Πραγματικά χαρούμενο. Με το τίποτα το δικό μου.
Δεν είμαι σίγουρος γιατί θυμήθηκα το συγκεκριμένο περιστατικό σήμερα. Τον άνθρωπο αυτόν έχω πάρα πολλά χρόνια να τον δώ. Μάλλον φταίει το ότι σπάνια κατεβαίνω Γλυφάδα πιά, και ακόμα και τότε είναι συνήθως βράδυ. Χωρίς μέσα μαζικής μεταφοράς.
Ελπίζω να είναι καλά και να βολτάρει ελεύθερα, σε μια πόλη ούτως ή άλλως εχθρική για αυτόν. Θα το ήθελα να ήξερα οτι είναι καλά, παρόλο που το πέρασμα του απο τη ζωή μου ήταν τόσο σύντομο.
Δεν είμαι όμως τόσο αισιόδοξος. Ίσως να έφυγε και αυτός, όπως και τα νιάτα μου σιγά σιγά.
Καλο βράδυ.






0 Comments:
Post a Comment
<< Home